Cosmos47.

Ο διάλογος ως ουσιαστική γλωσσική διδασκαλία

Η συζήτηση στην τάξη δεν είναι παύση από το μάθημα

Υπάρχει μια επίμονη παρανόηση για τον διάλογο στην τάξη: ότι αρχίζει όταν ο εκπαιδευτικός σταματά να διδάσκει. Σαν να είναι η συζήτηση ένα μικρό διάλειμμα από την ύλη, μια ευγενική παραχώρηση στους μαθητές πριν επιστρέψει το πραγματικό μάθημα.

Στη γλωσσική διδασκαλία συμβαίνει μάλλον το αντίθετο. Η συζήτηση είναι ένας από τους τρόπους με τους οποίους η ύλη γίνεται πράξη. Οι μαθητές δεν μαθαίνουν μόνο να αναγνωρίζουν συντακτικούς τύπους ή να απομνημονεύουν σημασίες. Μαθαίνουν να διατυπώνουν θέση, να ακούν μια διαφορετική διατύπωση, να αναθεωρούν μια λέξη και να καταλαβαίνουν ότι ο λόγος δεν είναι απλώς όχημα σκέψεων. Είναι και τρόπος να τις σχηματίζουμε.

Δεν είναι όλες οι συζητήσεις ίδιες Το χρήσιμο στοιχείο στο διδακτικό άρθρο για τους διάφορους τύπους συζήτησης είναι ότι δεν αντιμετωπίζει τον διάλογο ως μία ενιαία τεχνική. Άλλη λειτουργία έχει μια συζήτηση όπου ζητάμε από τους μαθητές να καταθέσουν εμπειρίες, άλλη μια συζήτηση που αποσκοπεί στη συλλογή επιχειρημάτων και άλλη εκείνη όπου πρέπει να εξεταστεί ένα ζήτημα από αντικρουόμενες πλευρές.

Η διάκριση αυτή δεν είναι γραφειοκρατική λεπτομέρεια. Αν ο εκπαιδευτικός δεν έχει αποφασίσει τι είδους λόγο θέλει να παραχθεί, η τάξη εύκολα καταλήγει σε μια σειρά από αυθόρμητες γνώμες. Οι πιο γρήγοροι μιλούν περισσότερο, οι πιο διστακτικοί εξαφανίζονται, και στο τέλος η λέξη «συμμετοχή» χρησιμοποιείται για να περιγράψει απλώς το ποιοι πρόλαβαν να σηκώσουν χέρι.

Η οργάνωση δεν περιορίζει τον διάλογο. Του δίνει αντικείμενο.

Η ποιότητα του λόγου φαίνεται στις μικρές κινήσεις Σε μια καλή συζήτηση, η κριτική σκέψη δεν εμφανίζεται απαραίτητα ως εντυπωσιακό επιχείρημα. Μπορεί να βρίσκεται σε μια διευκρίνιση: «Τι εννοείς με τη λέξη δίκαιο;». Σε μια διάκριση: «Άλλο το ότι κάτι συμβαίνει συχνά και άλλο το ότι είναι σωστό». Σε μια αναδιατύπωση της θέσης ενός συμμαθητή πριν από την κριτική της.

Αυτές οι κινήσεις είναι γλωσσικές και ταυτόχρονα ηθικές. Απαιτούν ακρίβεια απέναντι σε αυτό που ειπώθηκε και κάποια στοιχειώδη δικαιοσύνη απέναντι στον συνομιλητή. Δεν αρκεί να παράγουμε λόγο. Χρειάζεται να μπορούμε να αποδίδουμε στον άλλο μια θέση που θα αναγνώριζε ως δική του.

Εδώ η διδασκαλία της γλώσσας συναντά τη δημοκρατική παιδεία χωρίς να χρειάζεται να διακοσμηθεί με μεγάλες λέξεις. Η δημοκρατία δεν είναι μόνο η κατοχή μιας άποψης. Είναι και η άσκηση στο να ακούμε τι ακριβώς υποστηρίζει κάποιος, με ποια στοιχεία και με ποιες συνέπειες.

Ο εκπαιδευτικός δεν είναι απλώς συντονιστής Συχνά παρουσιάζεται ο εκπαιδευτικός ως ουδέτερος διευκολυντής: θέτει το θέμα, μοιράζει τον χρόνο και αφήνει τον διάλογο να εξελιχθεί. Η εικόνα είναι ελκυστική, αλλά ελλιπής. Ο εκπαιδευτικός επιλέγει το ερώτημα, καθορίζει τι θεωρείται σχετικό, ζητά τεκμηρίωση, εντοπίζει τις ασάφειες και προστατεύει τη συμμετοχή όσων δεν καταλαμβάνουν εύκολα τον χώρο.

Αυτό δεν σημαίνει ότι επιβάλλει τη σωστή άποψη. Σημαίνει ότι δεν αφήνει τη συζήτηση να κυβερνηθεί από τη δύναμη της φωνής ή από την ευκολία μιας κοινοτοπίας. Το «έτσι το νιώθω» μπορεί να είναι μια απολύτως θεμιτή αρχή, όχι όμως πάντα και επαρκής κατάληξη. Η τάξη χρειάζεται να μάθει πότε μιλάμε για προσωπική εμπειρία, πότε για γενίκευση και πότε για επιχείρημα.

Ένα δύσκολο, αλλά μετρήσιμο αποτέλεσμα Η επιτυχία μιας συζήτησης δεν φαίνεται μόνο από το αν μίλησαν πολλοί. Φαίνεται και από το αν, στο τέλος, οι μαθητές μπορούν να πουν κάτι ακριβέστερα από ό,τι στην αρχή. Ίσως να ξεχωρίζουν πλέον μια αιτία από μια δικαιολογία ή να αντιλαμβάνονται ότι μια λέξη αλλάζει το βάρος μιας πρότασης.

Αυτό είναι λιγότερο θεαματικό από μια τάξη που «ζωντανεύει». Είναι όμως πιο ουσιαστικό. Η σιωπή δεν είναι πάντα αποτυχία και η φασαρία δεν είναι πάντα δημοκρατία. Μερικές φορές το σημαντικότερο αποτέλεσμα μιας συζήτησης είναι ότι ένα πρόχειρο συμπέρασμα δεν περνά πια τόσο εύκολα ως αυτονόητο.

More posts by Dimitra Papas